Η Εκκλησία μας τιμά στις 8 Σεπτεμβρίου το Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου, μία από τις σημαντικότερες θεομητορικές εορτές του εκκλησιαστικού έτους. Η ημέρα αυτή δεν αποτελεί απλώς την ανάμνηση της γέννησης ενός ξεχωριστού προσώπου, αλλά φανερώνει την αρχή μιας μεγάλης θείας οικονομίας: την προετοιμασία του κόσμου για την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού.
Σύμφωνα με την ιερά παράδοση της Εκκλησίας, η Παναγία γεννήθηκε από τους ευσεβείς Ιωακείμ και Άννα. Οι δύο αυτοί άνθρωποι, παρά την προχωρημένη ηλικία τους και τη μακρόχρονη ατεκνία τους, δεν έπαψαν να ελπίζουν στον Θεό. Η ατεκνία, που στην κοινωνία της εποχής θεωρούνταν μεγάλη δοκιμασία, έγινε για εκείνους αφορμή βαθύτερης προσευχής και εμπιστοσύνης στη θεία πρόνοια.
Ο Θεός, όμως, δεν εγκατέλειψε την προσευχή τους. Χάρισε στον Ιωακείμ και την Άννα ένα παιδί, τη Μαρία, η οποία επρόκειτο να γίνει η Μητέρα του Κυρίου. Έτσι, η γέννησή της παρουσιάζεται μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας ως καρπός πίστεως, προσευχής και ελπίδας. Δεν είναι τυχαίο ότι η εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου τοποθετείται στην αρχή του εκκλησιαστικού έτους: όπως η αυγή προαναγγέλλει την ανατολή του ήλιου, έτσι και η Παναγία προαναγγέλλει την έλευση του Χριστού.
Η Θεοτόκος αποτελεί το πρόσωπο εκείνο μέσα από το οποίο η ανθρώπινη φύση προσφέρει την ελεύθερη συγκατάθεσή της στο σχέδιο της σωτηρίας. Ο Ευαγγελισμός θα φανερώσει αργότερα το μεγαλείο του «Ἰδού ἡ Κυρίου δούλη· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Με αυτά τα λόγια η Μαρία αποδέχεται ελεύθερα το θέλημα του Θεού και γίνεται η Μητέρα του ενανθρωπήσαντος Χριστού.
Η Εκκλησία, επομένως, βλέπει στο Γενέθλιο της Παναγίας όχι μόνο ένα οικογενειακό γεγονός, αλλά ένα γεγονός με παγκόσμια και σωτηριολογική σημασία. Η γέννησή της αποτελεί την αρχή της προετοιμασίας για την είσοδο του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία. Εκεί όπου ο άνθρωπος περίμενε, ο Θεός ενεργεί. Εκεί όπου υπήρχε φαινομενικά αδιέξοδο, γεννιέται η ελπίδα.
Ιδιαίτερα συγκινητικό είναι το μήνυμα που απευθύνεται στον άνθρωπο μέσα από τη ζωή των Αγίων Ιωακείμ και Άννας. Η προσευχή δεν είναι μια προσπάθεια να επιβάλουμε στον Θεό τη δική μας επιθυμία. Είναι εμπιστοσύνη, υπομονή και παράδοση της ζωής μας στα χέρια Του. Η απάντηση του Θεού μπορεί να έρθει διαφορετικά και σε διαφορετικό χρόνο από εκείνον που περιμένουμε, όμως η θεία πρόνοια δεν παύει να εργάζεται.
Η Παναγία, ως «τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», κατέχει μοναδική θέση στη ζωή της Εκκλησίας. Δεν λατρεύεται ως Θεός, αλλά τιμάται ως η Μητέρα του Θεού, η Θεοτόκος, εκείνη που προσέφερε ολόκληρη την ύπαρξή της στο μυστήριο της θείας ενανθρώπησης.
Το Γενέθλιο της Θεοτόκου, λοιπόν, είναι εορτή χαράς και ελπίδας. Μας υπενθυμίζει ότι ο Θεός μπορεί να μετατρέψει τη δοκιμασία σε ευλογία και την αναμονή σε καρπό. Μας καλεί να μη χάνουμε την πίστη μας όταν οι δρόμοι της ζωής φαίνονται κλειστοί. Και πάνω απ’ όλα, μας προετοιμάζει να αντικρίσουμε το μεγάλο μυστήριο της ενανθρώπησης του Χριστού.
Η γέννηση της Παναγίας είναι, κατά κάποιον τρόπο, η αρχή μιας νέας αυγής. Η αυγή αυτή θα οδηγήσει στη Βηθλεέμ, στον Σταυρό και τελικά στην Ανάσταση. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ψάλλει με χαρά κατά την εορτή της: «Ἡ γέννησίς σου, Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ». Η χαρά αυτή δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο ή μια οικογένεια· αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα, γιατί μέσα από τη γέννηση της Θεοτόκου αρχίζει να γίνεται ορατός ο δρόμος προς τη σωτηρία του κόσμου.