---
Η παραβολή του Ασώτου Υιού, την οποία η Εκκλησία προβάλλει κατά τη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, αποτελεί ένα από τα βαθύτερα και πιο συγκλονιστικά κείμενα του Ευαγγελίου. Δεν πρόκειται απλώς για μια ηθική διήγηση περί σπατάλης και επιστροφής, αλλά για μια αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο. Η παραβολή αυτή φωτίζει την ουσία της μετανοίας όχι ως νομική αποκατάσταση, αλλά ως επανασύνδεση σχέσης· όχι ως φόβο τιμωρίας, αλλά ως επιστροφή στην πατρική αγάπη.
Ο νεότερος υιός ζητεί την περιουσία που του αναλογεί και απομακρύνεται «εἰς χώραν μακράν». Η απομάκρυνση αυτή δεν είναι μόνο γεωγραφική, αλλά κυρίως υπαρξιακή. Είναι η επιλογή του ανθρώπου να ζήσει ανεξάρτητα από τον Θεό, θεωρώντας την ελευθερία ως αυτονόμηση και όχι ως σχέση. Η σπατάλη της περιουσίας εκφράζει τη σπατάλη των χαρισμάτων που ο Θεός εμπιστεύεται στον άνθρωπο: της ζωής, της αγάπης, της ελευθερίας.
Η πτώση του ασώτου κορυφώνεται όταν φθάνει στο σημείο να τρέφεται με τα ξυλοκέρατα των χοίρων. Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει το αδιέξοδο της αμαρτίας. Η αμαρτία υπόσχεται πληρότητα, αλλά καταλήγει σε πείνα· υπόσχεται ελευθερία, αλλά οδηγεί σε δουλεία. Ο άνθρωπος που απομακρύνεται από τον Θεό δεν χάνει μόνο τον προορισμό του, αλλά και την αίσθηση της αξίας του.
Κομβικό σημείο της παραβολής είναι η φράση: «εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθών». Η μετάνοια αρχίζει όταν ο άνθρωπος επιστρέφει στον εαυτό του, δηλαδή στην αλήθεια της ύπαρξής του. Δεν πρόκειται για απλή συναισθηματική λύπη, αλλά για βαθιά αυτογνωσία. Ο άσωτος δεν δικαιολογείται, δεν κατηγορεί άλλους, αλλά αναγνωρίζει την πτώση του και αποφασίζει να επιστρέψει στον πατέρα.
Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει:
«Ἡ μετάνοια ἐστὶ θύρα ἐλέους, δι’ ἧς εἰσερχόμεθα πάλιν εἰς τὴν χάριν».
Η απόφαση της επιστροφής, όσο ταπεινή και αν είναι, ανοίγει τον δρόμο της αποκατάστασης.
Η στάση του πατέρα αποτελεί το θεολογικό κέντρο της παραβολής. Δεν περιμένει τον υιό για να τον ελέγξει, αλλά τρέχει προς αυτόν, τον αγκαλιάζει και τον αποκαθιστά πλήρως. Η αγάπη του πατέρα προηγείται της απολογίας του υιού. Με τον χιτώνα, το δαχτυλίδι και το γεύμα, αποκαθίσταται όχι απλώς η σχέση, αλλά η υιότητα. Ο Θεός δεν μας δέχεται ως μισθωτούς, αλλά μας επαναφέρει στη θέση των τέκνων Του.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει:
«Οὐχ ὅταν ἐπιστρέψωμεν ὡς δίκαιοι, ἀλλ’ ὅταν ἐπιστρέψωμεν ὡς ἁμαρτωλοί, τότε μᾶλλον ἡ χάρις ἐνεργεῖ».
Η σωτηρία δεν θεμελιώνεται στην τελειότητα, αλλά στη μετάνοια.
Ιδιαίτερη θεολογική σημασία έχει και η παρουσία του πρεσβύτερου υιού. Εκπροσωπεί τον άνθρωπο που μένει «εντός», αλλά χωρίς αγάπη· τηρεί τον νόμο, αλλά αγνοεί το πνεύμα της χαράς και της συγχώρησης. Η στάση του αποκαλύπτει τον κίνδυνο μιας θρησκευτικότητας που μετατρέπεται σε αξίωση και όχι σε ευχαριστία. Ο πατέρας δεν τον απορρίπτει, αλλά τον καλεί να συμμετάσχει στη χαρά της σωτηρίας του αδελφού του.
Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος γράφει χαρακτηριστικά:
«Χαίρει ὁ Θεὸς οὐχ ὅταν τιμωρεῖ, ἀλλ’ ὅταν σώζει».
Η χαρά της παραβολής δεν είναι ατομική, αλλά εκκλησιαστική· είναι η χαρά της σωτηρίας του άλλου.
Η Κυριακή του Ασώτου Υιού μάς προετοιμάζει βαθύτερα για την είσοδο στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Μας καλεί να δούμε τη μετάνοια όχι ως καταπίεση, αλλά ως ελευθερία· όχι ως εξευτελισμό, αλλά ως αποκατάσταση της χαμένης μας αξιοπρέπειας. Όσο μακριά κι αν έχει φθάσει ο άνθρωπος, ο δρόμος της επιστροφής παραμένει ανοικτός.
Το μήνυμα της ημέρας είναι σαφές και παρήγορο: δεν υπάρχει πτώση που να υπερβαίνει την αγάπη του Θεού. Εκείνος περιμένει, τρέχει, αγκαλιάζει και αποκαθιστά. Το μόνο που ζητά είναι το βήμα της επιστροφής.
Είθε η Κυριακή του Ασώτου να γίνει για όλους μας αφετηρία αληθινής μετανοίας και βίωσης της πατρικής αγάπης του Θεού, ώστε η πορεία προς το Πάσχα να είναι πορεία επιστροφής στο «σπίτι» του Πατρός.