Στην καρδιά της πολύβουης Αθήνας του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, ανάμεσα σε θορύβους, πολιτικές αναταράξεις και την καθημερινή βιοπάλη, υπήρχε μια γωνιά που μύριζε λιβάνι και παράδεισο. Εκεί, στις φτωχογειτονιές γύρω από τον Άγιο Ελισαίο και τον Άγιο Ιωάννη τον «Κυνηγό», περπατούσε μια μορφή που έμελλε να γίνει το στήριγμα των πονεμένων: ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς, ο αγαπημένος «Παπουλάκος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Γεννημένος το 1851 στην όμορφη Νάξο, ο Νικόλαος έφερε μαζί του την απλότητα και την καθαρότητα του Αιγαίου. Από μικρό παιδί, η κλίση του ήταν φανερή· αντί για παιχνίδια, προτιμούσε να στήνει αυτοσχέδια θυσιαστήρια και να ψάλλει, προμηνύοντας τη ζωή που θα αφιέρωνε εξ ολοκλήρου στον Θεό. Μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του, η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα, όπου ο Νικόλαος χειροτονήθηκε διάκονος και αργότερα πρεσβύτερος. Παρά τις δυσκολίες της ζωής και την απώλεια της συζύγου του σε νεαρή ηλικία, δεν λύγισε. Αντιθέτως, μετέτρεψε τον προσωπικό του πόνο σε μια ωκεάνια, ανιδιοτελή αγάπη για τον «πλησίον».
Δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες μας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, βρήκαν στο πρόσωπό του τον πνευματικό τους λιμένα. Ο Παπαδιαμάντης, ο «κοσμοκαλόγερος» των γραμμάτων μας, έψαλλε συχνά στο δεξί αναλόγιο κατά τις ολονύκτιες αγρυπνίες που τελούσε ο Άγιος στον Άγιο Ελισαίο. Η σχέση τους ήταν βαθιά πνευματική, βασισμένη στην κοινή τους αγάπη για την παράδοση και την ταπείνωση. Ο παπα-Νικόλας δεν χρειαζόταν ρητορικά σχήματα ή λόγους για να πείσει· η ίδια η παρουσία του, η ακτημοσύνη του και η αδιάλειπτη προσευχή του ήταν το πιο ισχυρό κήρυγμα που μπορούσε να ακούσει κανείς στην τότε Αθήνα.
Η καθημερινότητα του Αγίου Νικολάου Πλανά ήταν ένας άθλος που ξεπερνούσε τα ανθρώπινα όρια. Λέγεται ότι κουβαλούσε μαζί του χιλιάδες χαρτάκια με ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων, τα οποία μνημόνευε στην Προσκομιδή για ώρες, καθώς δεν ήθελε να ξεχάσει ούτε μια ψυχή. Ό,τι χρήματα του έδιναν οι πιστοί, τα μοίραζε αμέσως σε χήρες, ορφανά και απόρους, επιστρέφοντας συχνά στο σπίτι του χωρίς ούτε μια δεκάρα στην τσέπη. Τελούσε τη Θεία Λειτουργία καθημερινά, επί πενήντα συναπτά έτη, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και υπό το βλέμμα των χλευαστών της εποχής που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την απλότητά του.
Όταν ο Άγιος παρέδωσε την ψυχή του το 1932, η κηδεία του μετατράπηκε σε ένα πρωτοφανές λαϊκό προσκύνημα. Η Αθήνα «σταμάτησε» για να αποχαιρετήσει τον δικό της παππού, τον άνθρωπο που έκανε τον Θεό να φαίνεται τόσο κοντινός και οικείος. Η επίσημη αγιοκατάταξή του το 1992 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήρθε απλώς να επισφραγίσει αυτό που ο λαός γνώριζε ήδη: ότι ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς ήταν ένας επίγειος άγγελος. Σε μια εποχή που αναζητάμε πρότυπα αυθεντικότητας, η μορφή του μας θυμίζει ότι η αληθινή μεγαλοσύνη κρύβεται στην ταπεινή καρδιά που «φλέγεται» από αγάπη.