Η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αποτελεί μία από τις βαθύτερα θεολογικές εικόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν παρουσιάζει απλώς τον θάνατο της Παναγίας, αλλά αποκαλύπτει, με τη γλώσσα της εικόνας, το μυστήριο της μετάβασης από τον θάνατο στη ζωή και τη νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο.
Στο κέντρο της εικόνας βρίσκεται η Θεοτόκος ξαπλωμένη πάνω σε κλίνη. Η στάση του σώματός της είναι ειρηνική. Δεν κυριαρχεί η απόγνωση ούτε ο τρόμος, αλλά μια βαθιά ησυχία. Η Εκκλησία δεν βλέπει την κοίμησή της ως οριστική απώλεια, αλλά ως μετάβαση και είσοδο στην αιώνια ζωή.
Γύρω από την κλίνη βρίσκονται οι Απόστολοι. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, οι Απόστολοι συγκεντρώθηκαν θαυματουργικά από τα πέρατα της γης για να παραστούν στην κοίμηση της Θεοτόκου. Η παρουσία τους φανερώνει ότι το γεγονός δεν είναι ιδιωτικό ή οικογενειακό, αλλά γεγονός ολόκληρης της Εκκλησίας.
Πάνω από την κλίνη δεσπόζει ο Χριστός μέσα σε φωτεινή δόξα. Στα χέρια Του κρατά μια μικρή, σπαργανωμένη μορφή, η οποία συμβολίζει την ψυχή της Θεοτόκου. Η λεπτομέρεια αυτή είναι θεολογικά συγκλονιστική: εκείνη που κάποτε κράτησε στην αγκαλιά της τον Χριστό ως Βρέφος, τώρα βρίσκεται η ίδια στην αγκαλιά του Υιού της.
Έτσι δημιουργείται μια βαθιά αντιστροφή: η Μητέρα που κράτησε τον Ζωοδότη Χριστό στην αγκαλιά της, τώρα παραδίδει την ψυχή της στον Ζωοδότη. Ο Χριστός γίνεται για τη Μητέρα Του αυτό που εκείνη υπήρξε για Εκείνον: η αγκαλιά της ζωής και της ασφάλειας.
Η παρουσία του Χριστού στο επάνω μέρος της εικόνας έχει και έναν ακόμη συμβολισμό. Ο θάνατος της Θεοτόκου δεν βρίσκεται έξω από την παρουσία του Θεού. Ο Χριστός είναι παρών στο γεγονός του θανάτου και μετατρέπει αυτό που ο άνθρωπος βιώνει ως τέλος σε πέρασμα προς την αιωνιότητα.
Οι Απόστολοι που περιβάλλουν την κλίνη εκφράζουν επίσης το πένθος της ανθρώπινης φύσης. Η Εκκλησία δεν αρνείται τον πόνο του αποχωρισμού. Ταυτόχρονα, όμως, ο πόνος αυτός φωτίζεται από την παρουσία του Αναστημένου Χριστού. Γι' αυτό στην εικόνα συνυπάρχουν το πένθος και η χαρά, ο θάνατος και η ζωή, η ανθρώπινη λύπη και η ελπίδα της Αναστάσεως.
Ιδιαίτερη θέση έχει και το φως της εικόνας. Το φως δεν λειτουργεί απλώς ως φυσικός φωτισμός. Είναι θεολογικό φως, σημείο της παρουσίας και της δόξας του Θεού. Η εικόνα μάς καλεί να δούμε τον θάνατο όχι μόνο με τα μάτια της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά μέσα από το φως της Αναστάσεως.
Ακόμη και η ίδια η σύνθεση της εικόνας έχει εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Η Θεοτόκος βρίσκεται στο κέντρο της σύναξης των Αποστόλων, ενώ ο Χριστός δεσπόζει πάνω από όλους. Έτσι η εικόνα υπενθυμίζει ότι το κέντρο της ζωής της Εκκλησίας είναι ο Χριστός και ότι η Θεοτόκος έχει μοναδική θέση μέσα στο σχέδιο της θείας οικονομίας, ως η Μητέρα του Θεού και η πρώτη ανάμεσα στους αγίους.
Η Κοίμηση της Θεοτόκου αποτελεί, επομένως, εικόνα ελπίδας. Μας διδάσκει ότι για τον άνθρωπο που ζει εν Χριστώ ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Η Εκκλησία ψάλλει: «Μετέστης προς την ζωήν, Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής». Η φράση αυτή συνοψίζει ολόκληρη τη θεολογία της εορτής: εκείνη που γέννησε τον Χριστό, τον Ζωοδότη, μεταβαίνει και η ίδια προς τη ζωή.
Η εικόνα της Κοιμήσεως, λοιπόν, δεν μας καλεί απλώς να θυμηθούμε ένα γεγονός του παρελθόντος. Μας καλεί να αναλογιστούμε το δικό μας τέλος υπό το φως του Χριστού. Να μάθουμε να ζούμε με πίστη, να παραδιδόμαστε στο θέλημα του Θεού και να προσδοκούμε την Ανάσταση.
Η Παναγία, μέσα στην εικόνα, κοιμάται· ο Χριστός όμως στέκεται όρθιος και κρατά την ψυχή της. Αυτή είναι ίσως η πιο δυνατή θεολογική εικόνα της εορτής: όταν όλα φαίνονται να τελειώνουν, ο Χριστός παραμένει παρών και κρατά τον άνθρωπο στα χέρια Του.
Γι' αυτό η Κοίμηση της Θεοτόκου δεν είναι εορτή θανάτου αλλά εορτή ζωής. Είναι η διακήρυξη της Εκκλησίας ότι η αγάπη του Θεού είναι ισχυρότερη από τον θάνατο και ότι, μέσα στον Χριστό, η ανθρώπινη ύπαρξη καλείται όχι στην ανυπαρξία, αλλά στην κοινωνία με την αιώνια Ζωή.