Η εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, η οποία δεσπόζει στο θεολογικό και λατρευτικό στερέωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική ανάμνηση ενός θαυμαστού γεγονότος της επίγειας ζωής του Κυρίου, αλλά μια κορυφαία θεοφανεία που συμπυκνώνει ολόκληρο το μυστήριο της χριστιανικής σωτηρίας. Στο όρος Θαβώρ, λίγο πριν από το εκούσιο Πάθος και τον Σταυρικό θάνατο, ο Ιησούς Χριστός αποκαλύπτει στους τρεις κορυφαίους μαθητές Του —τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη— την αιώνια θεϊκή Του δόξα, όχι καταργώντας την ανθρώπινή Του φύση, αλλά επιτρέποντας στη θεότητα να ακτινοβολήσει μέσα από το ανθρώπινό Του σώμα.
Από θεολογική σκοπιά, η Μεταμόρφωση αποτελεί την οπτική και βιωματική επιβεβαίωση του δόγματος της Χριστολογίας: ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, δύο φύσεις ασύγχυτες, ατρέπτες, αδιαιρέτες και αχώριστες εν τω ενί Προσώπω του Λόγου. Το φως που ανάβρυσε από το πρόσωπό Του δεν ήταν ένα κοσμικό, κτιστό φως, ούτε κάποιο φυσικό φαινόμενο, αλλά το **Άκτιστο Φως** της θείας φύσεως.
Ταυτόχρονα, το γεγονός φέρει έντονα τριαδικό χαρακτήρα. Ο Πατήρ μαρτυρεί δια της φωνής από τη φωτεινή νεφέλη («Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός...»), ο Υιός ίσταται εν δόξει επί του όρους, και το Άγιο Πνεύμα επισκιάζει τους μαθητές υπό τη μορφή φωτεινής νεφέλης. Οι μαθητές γίνονται κοινωνοί της τριαδικής αγάπης και δόξας, λαμβάνοντας μια πρόγευση της εσχατολογικής πραγματικότητας της Βασιλείας των Ουρανών.
Η παρουσία του Μωυσή και του Ηλία δίπλα στον μεταμορφωμένο Χριστό ερμηνεύεται πατερικά με ιδιαίτερο συμβολισμό. Ο Μωυσής εκπροσωπεί τον Νόμο (τους κεκοιμημένους), ενώ ο Ηλίας εκπροσωπεί τους Προφήτες (τους ζώντες που δεν γνώρισαν θάνατο). Με τον τρόπο αυτό, αποδεικνύεται ότι ο Χριστός είναι ο Κύριος ζώντων και νεκρών, καθώς και το πλήρωμα και η εκπλήρωση ολόκληρης της Παλαιάς Διαθήκης. Συνομιλούν δε μαζί Του «περί τῆς ἐξόδου αὐτοῦ», δηλαδή για το Πάθος και την Ανάστασή Του, καταδεικνύοντας ότι η δόξα του Θαβώρ είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με τη θυσία του Σταυρού. Η δόξα δεν έρχεται παρά δια του Σταυρού («οὐκ ἔστι δόξα ἄνευ σταυρού»).
Η θεολογία της Μεταμορφώσεως απέκτησε τεράστια δογματική σημασία κατά τον 14ο αιώνα μέσα από τους ησυχαστικούς αγώνες και τη διδασκαλία του Aγίου Γρηγορίου του Παλαμά Απαντώντας στις αιρετικές απόψεις του Βαρλαάμ, ο Άγιος Γρηγόριος διατύπωσε τη διάκριση μεταξύ της απρόσιτης και απροσπέλαστης θείας Οσίας(essence) και των μεθεκτών θείας Ενεργειών (uncreated energies) του Θεού.
Το φως που είδαν οι μαθητές στο Θαβώρ ήταν οι άκτιστες ενέργειες του Θεού. Ο Θεός είναι απρόσιτος κατ' ουσίαν, αλλά μεθέκτος κατ' ενέργειαν. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τον Θεό και να κοινωνήσει μαζί Του όχι μέσω της διανοητικής φιλοσοφίας, αλλά δια της καθαρής καρδιάς, της ασκήσεως και της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Το κορυφαίο μήνυμα της Μεταμορφώσεως αφορά τον ίδιο τον άνθρωπο και τον προορισμό του. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν» Θεού. Μέσω της πτώσης, η εικόνα αμαυρώθηκε, αλλά δεν καταστράφηκε. Η Μεταμόρφωση του Χριστού δείχνει το μέλλον του ανθρώπινου σώματος και της ψυχής.
Ο Χριστός μεταμορφώθηκε όχι για να αλλάξει ο ίδιος, αλλά «μετασκευάζων τὸ ἡμέτερον φύραμα», δηλαδή μεταμορφώνοντας τη δική μας ανθρώπενη φύση και αναδεικνύοντάς την μέτοχο της θείας δόξας. Αυτή είναι η θέωση(theosis): η δυνατότητα του ανθρώπου να γίνει κατά χάριν θεός. Η πορεία της πνευματικής ζωής είναι μια διαρκής πορεία προς το «Θαβώρ», μια εσωτερική κάθαρση από τα πάθη, ώστε το φως του Χριστού να ανατείλει και να λάμψει μέσα στην καρδιά του πιστού, μεταμορφώνοντας ολόκληρη την ύπαρξή του σε ναό του Αγίου Πνεύματος.